εἰκός

τὸ εἰκός, ότος правдоподобие, вероятность

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "εἰκός" в других словарях:

  • εικός — (Α εἰκός και ιων. οἰκός, το) αυτό που φαίνεται ως αληθινό, πιθανό, εύλογο νεοελλ. φρ. 1. «ως εικός» όπως φαίνεται, όπως είναι φυσικό 2. «κατά το εικός» ή «κατά τα εικότα» κατά πάσαν πιθανότητα, κατά τα φαινόμενα αρχ. 1. ως ουσ. πιθανότητα 2. (λογ …   Dictionary of Greek

  • εἰκός — ἔοικα as perf part act neut nom/voc/acc sg εἰκός like truth perf part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴκοσ' — εἴκοσι , εἴκοσι twenty indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εικοσ(ι)πεντάρης — α, ικο που έχει ηλικία είκοσι πέντε ετών (πρβλ. σαρανταπεντάρης, εξηνταπεντάρης κτλ.), εικοσ(ι)πεντάχρονος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εικοσ(ι)τετράωρος — η, ο 1. που έχει διάρκεια 24 ωρών: Εικοσιτετράωρη απεργία. 2. το ουδ. ως ουσ., εικοσ(ι)τετράωρο, το χρονικό διάστημα 24 ωρών, το ημερονύκτιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εικοσ(ι)πεντάρι — το 1. παλιό χαρτονόμισμα αξίας εικοσιπέντε δραχμών 2. σύνολο εικοσιπέντε μονάδων …   Dictionary of Greek

  • εικοσ(ι)πενταριά — η σύνολο είκοσι πέντε όμοιων μονάδων (συνήθως με το μια ή καμιά): Είμαστε καμιά εικοσιπενταριά (περίπου είκοσι πέντε) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἁμαρτεῖν εἰκὸς ἀνθρώπους. — ἁμαρτεῖν εἰκὸς ἀνθρώπους. См. Человеку свойственно ошибаться …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἐικυῖα — εἰκός like truth perf part act fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐικυῖαι — εἰκός like truth perf part act fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐικυῖαν — εἰκός like truth perf part act fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.